Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Ο Επιτάφιος Λόγος του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου στον Μέγα Βασίλειο.

Εργασία του Δημητρίου Γ. Πορπατωνέλη
Εισαγωγή.
Το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Θεολογία στον κόσμο» έχει ως σκοπό να παρουσιάσει την προσωπικότητα του Μ. Βασιλείου μέσα από τον επιτάφιο λόγο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του επιταφίου λόγου είναι όχι τόσο στην εγκωμιαστική προσωπογραφία του εγκωμιαζομένου Μ. Βασιλείου αλλά στην ιδιαίτερη σχέση που έχει με τον εκφωνητή (Γρηγόριο
Θεολόγο). Αυτή η σχέση μεταξύ του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Μεγάλου Βασιλείου καθιστά τον λόγο αυτό μοναδικό. Μέσα από το κείμενο γινόμαστε μάρτυρες μιας φιλίας που αποτελεί πρότυπο και είναι αποτέλεσμα πνευματικής τελειώσεως.

Μετά το τέλος της επικής παρουσίας του στην Κωνσταντινούπολη, ο Γρηγόριος εκφώνησε τον λόγο αυτό, ο οποίος ονομάζεται επιτάφιος διότι πραγματοποιήθηκε εις μνήμην του αποθανέντος Βασιλείου. Μεσολαβεί ένα διάστημα τριών περίπου ετών από τον θάνατο του Βασιλείου. Ο Γρηγόριος δικαιολογεί αυτήν την καθυστέρηση διότι έπρεπε και ο ίδιος να αισθάνεται επαρκής ώστε να πραγματοποιήσει το φιλικό του καθήκον. Τα χρόνια της επισκοπής του Γρηγορίου στην Κπολη, οι αγώνες του για την ορθοδοξία και η καταξίωσή του από τους χριστιανούς έδωσε στον ίδιο μια αυτοπεποίθηση απέναντι στον ήδη καταξιωμένο Μ. Βασίλειο. Εκφωνεί ένα λόγο, που αν και υπογραμμίζει την κατωτερότητά του, το ύφος του προδίδει ότι είναι λόγος ίσου προς ίσον, μεγάλου προς μεγάλον.
 
Ἓν δ΄ ἀμφοτέροις ἔργον ἡ ἀρετή.
Πριν την ανάλυση του επιταφίου λόγου, θα αναφερθούμε στις ζωές των δύο μεγάλων αγίων και θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της προσωπικής τους σχέσης κατά την διάρκεια της ζωής τους. Ιδιαίτερος λόγος θα γίνει για την φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους στα χρόνια των σπουδών τους στην Αθήνα.
Ουσιαστικά η Αθήνα είναι ο τόπος στον οποίο συναντώνται και αναπτύσεται η φιλία τους. Ο Αγ. Γρηγόριος το 352 φθάνει στην Αθήνα μετά από σπουδές στην Αλεξάνδρεια και υποδέχεται λίγο αργότερα τον Βασίλειο τον οποίον γνώριζε από πριν. Η συμβολή του στο να αποφύγει ο νεοφερμένος φοιτητής Βασίλειος την καθιερωμένη υποδοχή φοιτητών στην Αθήνα αποτέλεσε τον σπινθήρα για την φωτιά που έμελλε να ανάψει. Η ζωή τους στην Αθήνα αποτελεί πρότυπο για κάθε χριστιανό που θέλει να αναπτυχθεί πνευματικά μέσα στις συνθήκες της κοσμικής πόλεως. Κατάφεραν να αντλήσουν όλο τον πλούτο της θύραθεν παιδείας αλλά να μην εθιστούν στις απολαύσεις της κοσμικής έκλυτης ζωής. Η Αθήνα ήταν τον 4ο αιώνα ένα μέρος που αντιπροσώπευε ολόκληρο τον ελληνικό – παγανιστικό πολιτισμό. Πλούσια πνευματική κίνηση αλλά και έντονη κοσμική ζωή στην οποία επιδίδονταν οι σπουδαστές νεαροί. Το δρομολόγιο όμως που μόνο γνώριζαν και οι δύο ήταν αυτό που οδηγούσε στο πανεπιστήμιο και αυτό που οδηγούσε στην εκκλησία. Ο Αγ. Γρηγόριος αναφέρει στον λόγο του ένα περιστατικό που διαδραματίστηκε μεταξύ του Μ. Βασιλείου και αρμένιων σπουδαστών το οποίο ενίσχυσε την φλόγα της φιλίας τους. Ο Γρηγόριος ενίσχυε τον νεοφερμένο Βασίλειο στα πρώτα του βήματα στην Αθήνα. Ήταν αυτός που του έδινε δύναμη να συνεχίσει όταν απογοητεύονταν από το «αμαρτωλό» περιβάλλον της.
Στα χρόνια των σπουδών τους ανεπτύχθηκε βαθιά φιλία που αποτελεί σύμβολο αληθούς αγάπης για όλους τους επόμενους αιώνες. Σίγουρα υπήρχαν ανάλογες περιπτώσεις, όμως δεν υπήρξε το απαράμιλλο ρητορικό ταλέντο και το ύψος της αρετής του Αγ. Γρηγορίου για να τις αποθανατίσει. Ήταν φιλία που δεν βασίζονταν σε πρόσκαιρες αφορμές και ξεσπάσματα αγάπης, αλλά πήγαζε από την πηγή της αγάπης, τον Τριαδικό Θεό. Η αγάπη των δύο νέων έμεινε μνημιώδεις στην πνευματική ιστορία της εκκλησίας διότι ήταν κομμάτι του πιο μεγαλειώδους σκοπού του ανθρώπου, της κάθαρσής και θέωσής του δια της εργασίας των ευαγγελικών εντολών. Η αναγέννηση του ανθρώπου είναι μεγαλειώδες γεγονός από μόνη της. Όταν όμως στην αναγέννηση αυτή υπάρχει συνεργασία και άλλου ανθρώπου, του αληθινού φίλου, τότε φανερώνεται το μεγαλείο της θέωσης του ανθρώπου όχι μόνο ως κάθετη συνεργασία Θεού και ανθρώπου αλλά και ως οριζόντια. Η αγάπη τότε που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο ανθρώπων είναι ισχυρότερη από τον έρωτα, που εκφράζει ίσως το δυνατότερο ανθρώπινο συναίσθημα. Είναι η πραγμάτωση της εσχατολογίας στο παρόν αφού ο άνθρωπος από εδώ ζεί την αληθινή αγάπη ως πλήρωμα ζωής, αλλά και φανέρωση των εντολών του ευαγγελίου ως αυτοαποκάλυψη της «ζωής» του Θεού. Για παράδειγμα η αγάπη που ζητά το συμφέρον του άλλου και όχι το δικό της, τότε είναι τελεία και ταυτόχρονα είναι και το βραβείο. Είναι η επαγγελία του Χριστού «ἴνα ἕν ὦσιν» στην εκπλήρωσή της.
 
Ιδιαίτερα εμφανής γίνεται η δύναμη της αγάπης αυτής όταν υπάρξει αποχωρισμός. Έτσι έγινε και όταν ο Μ. Βασίλειος μετά το πέρας των σπουδών του αποφασίζει να πραγματοποιήσει προσκυνηματικά ταξίδια στα μοναστήρια της Αιγύπτου και Παλαιστίνης ώστε μετά την θύραθεν παιδεία να γνωρίσει και την μοναχική ζωή, την αγγελική πολιτεία. Χωρίζονται οι δύο Άγιοι και ο Γρηγόριος ζεί την τομή του κοινού τους πνευματικού σώματος ως νέκρωση. Ακόμη και όταν θα υπάρξει η αντίδραση του Αγ. Γρηγορίου στην προσπάθεια του Βασιλείου να τον εγκαταστήσει επίσκοπο, αυτή η αντίδραση δεν θα έχει αποτέλεσμα την διχόνοια αλλά τον σεβασμό. Ο ίδιος ο Γρηγόριος αναγνωρίζει το μεγαλείο του πνεύματος του Βασιλείου να μην λυπάται την φιλία όταν υπάρχει πνευματικό όφελος. Γιατί η αγάπη που έχει πηγή της τον Θεό δεν γνωρίζει τέλος ούτε και μετά τον θάνατο.
 
Ο Μ. Βασίλειος
Ως πρότυπο αρετής πριν την ιερωσύνη.
Ο Αγ. Γρηγόριος αρχίζει την ευφημία του αδερφικού του φίλου με παράδοξο τρόπο. Τον επαινεί για την ευγενική καταγωγή του. Και είναι παράδοξος ο τρόπος διότι είναι συνηθισμένο στα εγκώμια των Αγίων να αναφέρονται οι δυσκολίες του εξωτερικού περιβάλλοντος που είχαν να αντιμετωπίσουν ώστε να φανεί ο προσωπικός τους αγώνας. Αντιθέτως ο Γρηγόριος προβάλει την ευγενική καταγωγή του Βασιλείου και την αρετή των γονέων του για δύο λόγους. Πρώτον για να φανεί ότι κατάφερε να προσπεράσει τους τόσο αξιόλογους γονείς του αλλά και για να επισημάνει την αξία του καλού οικογενειακού περιβάλλοντος στην ανατροφή ενός νέου.
Ο Γρηγόριος στη συνέχεια αφηγείται την ζωή του Βασιλείου, το διαστημα εκείνου μεταξύ σπουδών και ιερωσύνης. Εξυμνεί τον Βασίλειο διότι κατάφερε να συνδέσει δημιουργικά τις θεωρητικές του δυνατότητες με τις πρακτικές, τις φιλοσοφικές με τις ηθικές, τον λόγο με τον βίο. Ο Γρηγόριος αποκηρύσσει κάθε εχθρική στάση απέναντι στην έξωθεν παιδεία και προβάλλει την ωφέλεια για όποιον την διαχειρίζεται με σύνεση και διάκριση. Η φιλοσοφική κατάρτιση οφείλει να έχει ένα μέτρο έτσι ώστε να μην αμελεί κάποιος την πνευματική. Η μόρφωση και η επιστημονική γνώση είναι εργαλεία για την έκφραση των νοουμένων της πίστεως και υπογραμμίζει ότι η αληθής φιλοσοφία είναι η ενάρετη ζωή. Επί των ημερών τους, υπήρχε το ερώτημα για τον ρόλο της ελληνικής παιδείας και κατά πόσο επηρεάζει θετικά η αρνητικά την αληθινή πίστη. Ιδιαίτερα τον 4ο αιώνα, που ο ελληνικός πολιτισμός συναντά τον χριστιανισμό στα πλαίσια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η συνεργασία των δύο αυτών πραγματικοτήτων φανερώνεται στο πρόσωπο του Βασιλείου, ο οποίος συνδύασε επιστημονική μόρφωση και αγιότητα.
Ο λόγος του Γρηγορίου έχει και κατηχητική διάσταση και για τον λόγο αυτό περιλαμβάνει νουθεσίες, όπως την προτροπή του στους χριστιανούς να αγωνίζονται έντονα σε όλα τα στάδια της ζωής τους. Χαρακτηριστικό είναι το σημείο που χαρακτηρίζει τον Βασίλειο ιερέα και πριν την ιερωσύνη. Η ιερωσύνη είναι ένα θεσμικό αξίωμα το οποίο είναι προέκταση της χαρισματικής αρετής ενός προσώπου.
Όμως ο λόγος του Γρηγορίου δεν είναι απλώς ένα ηθικό μάθημα. Είναι λόγος θαυμασμού μπροστά σε έναν άγιο, τον οποίον γνώριζε πολύ καλά, και για αυτό προτεραιότητα έχει ο έπαινος του ανδρός. Δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα από την ζωή του στην Αθήνα προβάλει τα παραπάνω χαρακτηριστικά της αρετής όχι ως διδασκαλία αλλά ως πραγματικότητα που υποστασιάζεται στο πρόσωπο του Βασιλείου. Ο λόγος του είναι προσωπικός και όχι αφηρημένος γιατί και η αρετή δεν είναι ηθική διδασκαλία αλλά ενσαρκώνεται στον άνθρωπο. Το πρότυπο της αρετής του Μ. Βασιλείου δεν είναι σύνολο χαρακτηριστικών αλλά ο ίδιος ο Βασίλειος. Και ο Βασίλειος δεν ήταν καν κοινός άγιος. Ήταν μέγας. Τα εγκωμιαστικά λόγια του Γρηγορίου δεν πρέπει να εκληφθούν ως σχήματα λόγου. Είναι το θάμβος ενός Μεγάλου Γρηγορίου μπροστά σε έναν Μεγάλο Βασίλειο. Δεν μπορεί να περιγράψει κάποιος τα βιώματα και την αρετή κάποιου αν και ο ίδιος ως ένα βαθμό δεν κατέχει τα ίδια βιώματα. Επειδή λοιπόν ο Γρηγόριος γνωρίζει εξ εαυτού το μεγαλείο του Βασιλείου, αν και αγνοεί το δικό του (αυτό είναι ίδιον της ταπείνωσης να μην βλέπει κάποιος την δική του αρετή), εκφράζεται με θαυμασμό για την αρετή του Βασιλείου.
 
Ως πρεσβύτερος.
Η περιγραφή της ζωής του Βασιλείου ως πρεσβυτέρου και η στάση του απέναντι στα εκκλησιαστικά δρώμενα αποτελεί τον καλύτερο κατηχητικό λόγο που θα μπορούσε να κάνει κάποιος σε έναν υποψήφιο ιερέα. Πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει λόγους περί Ιερωσύνης με σκοπό την διαπαιδαγώγηση του κλήρου. Όμως η εξέταση του τρόπου ζωής του Βασιλείου ίσως είναι ο ζωντανότερος τρόπος ώστε να προσδιορίσει κάποιος τα χαρακτηριστικά ενός ιερέα.
Μέσα από το κείμενο μπορεί κάποιος να αποκομίσει κάποια συμπεράσματα για την κατάσταση της εκκλησίας κατά τον 4ο αιώνα. Ο ίδιος ο Γρηγόριος αναφέρεται με πικρία για την κακή κατάσταση της εκκλησίας και ιδιαίτερα για την κακή ποιότητα των κληρικών και επισκόπων. Στην δύσκολη αυτή κατάσταση προβάλλει το παράδειγμα του Μ. Βασιλείου.
Χωρίς να κατηγορήσει τους προεστώτες της εκκλησίας επαινεί τον Βασίλειο και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος εργάστηκε ως κληρικός στην Καισάρεια. Η ευαισθησία του Γρηγορίου για την εκκλησιαστική κατάσταση φαίνεται από το γεγονός ότι δεν κατηγορεί αλλά αντίθετα δείχνει πρότυπο ώστε με τρόπο «αναίμακτο» να διορθώσει τα της εκκλησίας και τα κακώς κείμενα. Είναι ίδιον κάποιου που αγαπάει την εκκλησία να μην προσπαθεί να την πλήξει εκτοξεύοντας κατηγορίες προς πρόσωπα και να αφαιρέσει την εμπιστοσύνη του εκκλησιαστικού σώματος. Με τρόπο έμμεσο νουθετεί και εργάζεται σιωπηρά να την βοηθήσει. Ο ίδιος ο Γρηγόριος στον Συντακτήριο Λόγο του αναφέρεται αναλυτικά στην κακή κατάσταση των εκκλησιαστικών πραγμάτων εκφράζοντας την πικρία του. Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρονταν πρόσωπο προς πρόσωπο στους επισκόπους. Αυτή η στάση του δείχνει την παρρησία και την τόλμη του. Όταν όμως αναφέρεται στο εκκλησιαστικό σώμα, όπως στην περίπτωση του επιταφίου εις τον Μ. Βασίλειον, επιχειρεί την νουθεσία προβάλλοντας την σωστή συμπεριφορά και όχι στηλιτεύοντας τους ιερείς και επισκόπους.
Περιγράφοντας τον Βασίλειο δίνει ένα παράδειγμα ηγεσίας και θεάρεστου τρόπου εκλογής στον επισκοπικό θρόνο. Κάποιος για να μπορέσει να προσφέρει, πρέπει ο ίδιος να έχει μοχθήσει με τον λαό του Θεού. Όπως ο καπετάνιος ήταν πρώτα κωπηλάτης και ο στρατηγός ανήλθε στο βαθμό αυτό αφού προηγουμένως είχε σκληραγωγηθεί από τις τάξεις του στρατιώτη και του ταξιάρχου, έτσι και στην εκκλησιαστική ηγεσία η άριστη τάξη είναι κάποιος να καθάρει τον εαυτό του, να ζυμωθεί με τον λαό, να σκύψει στις πνευματικές αλλά και υλικές του ανάγκες και έπειτα όχι να ανέβει αλλά να τον τιμήσουν με το αξίωμα του επισκόπου. Η δύναμη της αρετής και της αγάπης του προς τον λαό του Θεού, την οποία έδειχνε σιωπηρώς με τα έργα του, ήταν ο έπαινός του. Εξηγούσε τις γραφές, νουθετούσε τον λαό, υπάκουε στην εκκλησία. Αναφέρει ιδιαίτερα ότι η στάση του δεν άλλαξε παρά τον εκκλησιαστικό διωγμό που δέχθηκε ο ίδιος και τον ανάγκασε το 363 να καταφύγει στον Πόντο.
 
Το παράδειγμα του Βασιλείου κατά τις εκκλησιαστικές διαμάχες στην Καισάρεια παρέχει και ένα μέτρο εκκλησιαστικής συμπεριφοράς. Η στάση του συνδυάζει άριστα τόλμη αλλά και διάκριση εκκλησιαστική. Όταν κατηγορήθηκε στην Καισάρεια από άλλους κληρικούς δεν προχώρησε σε διάσπαση του σώματος της εκκλησίας αλλά προτίμησε την φυγή στον Πόντο ώστε να κατευνάσουν τα πνεύματα. Ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να αντιδράσει και να εξωθήσει τους υποστηρικτές τους σε σχίσμα, ο ίδιος προτίμησε να αδικηθεί και να εγκαταλείψει την πόλη προς χάριν της ειρήνης. Αυτή ήταν η αντίδραση του Βασιλείου ως προς την στάση του σε εσωτερικά ζητήματα της εκκλησίας. Όταν όμως ξέσπασε ο διωγμός των αρειανοφρόνων ενάντια στην εκκλησία, τότε εγκατέλειψε την ησυχία και συστρατεύθηκε στον αγώνα της εκκλησίας, επιστρέφοντας από τον Πόντο στην Καισάρεια.
 
Ως επίσκοπος-ποιμένας.
Όμως αναμφισβήτητα η πιο παραγωγική περίοδος της ζωής του ήταν από το 370 έως την κοίμησή του το 378 κατά την οποία ήταν επίσκοπος Καισαρείας και γενικός έπαρχος της Μ. Ασίας. Το επισκοπικό του αξίωμα και η εξουσία που απέρρεε από αυτό, αποτέλεσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να ξεδιπλωθούν όλες οι πτυχές του πνευματικού του πλούτου, να τεθούν στην υπηρεσία της εκκλησίας και να χρησιμοποιηθούν προς δόξαν της. Ήταν μια ταραγμένη ιστορικά περίοδος εξαιτίας του ότι οι αρειανοί είχαν καταλάβει τις μητροπολιτικές θέσεις, ενισχυόμενοι από την αυτοκρατορική εξουσία. Αυτήν την περίοδο ο Βασίλειος αποτέλεσε το στήριγμα της οικουμένης. Δεν ήταν τυχαίο που και ο ίδιος ο Μέγας Αθανάσιος τον θεωρούσε ως συνεχιστή του. Αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις και η ποιμαντική στάση του αποτέλεσε ένα αξεπέραστο πρότυπο για κάθε επίσκοπο. Η δράση του ως επίσκοπος χωρίζεται σε τρία μέρη: α. Στην προσφορά του στην πόλη του β. στον αγώνα του υπέρ της ορθοδοξίας εναντίον των αιρετικών και γ. στις θεολογικές του απόψεις που επηρέασαν βαθειά την δογματική της εκκλησίας και τον μοναχισμό.
 
Η προσφορά στην πόλη του.
Ο εγκωμιασμός του Βασιλείου ξεκινά και πάλι από την προσωπική του αρετή. Η ακτημοσύνη, η απάθεια, η αγάπη του για τον σταυρό, η εγκράτεια είναι λίγες μόνο από τις αρετές του που απαριθμεί ο Γρηγόριος. Είναι όμως η βάση του ποιμαντικού του έργου. Η προσωπική αρετή ενός επισκόπου είναι αυτή που τροφοδοτεί και το ποιμαντικό του έργο. Η κεκαθαρμένη συνείδησή του προσδιορίζει τον τρόπο χειρισμού όλων εκείνων των ζητημάτων της μητροπόλεώς του και ιδιαίτερα όσα αφορούν την σχέση του με την πολιτική εξουσία. Η εκκλησιαστική του πολιτική είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής τελειώσεως και όχι μια πολιτική ιδεολογία ή συμπεριφορά.
 
Η προσφορά του όμως εκτείνεται και σε κοινωνικό επίπεδο. Η αγάπη του Βασιλείου για το ποίμνιο είναι απόρροια της ένωσής του ιδίου με τον Χριστό. Η αγάπη του προς τον άνθρωπο ήταν μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού. Ο Βασίλειος ενδιαφέρεται για όλες τις ανάγκες των πιστών, ταυτίζεται μαζί τους, κενώνεται από αγάπη προς αυτούς. Και όπως ο ήλιος δεν μειώνεται από τις ζωτικές ακτίνες του στην πλάση, το ίδιο συμβαίνει και με τον μέγα αυτόν ποιμένα που εργάζεται ασταμάτητα και δημιουργικά.
Κύριο όπλο του Βασιλείου στην διαποίμανση της εκκλησίας, ήταν η αρετή της διάκρισης. Αντιμετώπιζε το κάθε πρόβλημα εξετάζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, και προσάρμοζε την συμπεριφορά του ανάλογα με τον χαρακτήρα των ανθρώπων που καλούνταν να νουθετήσει. Όμως, ο κύριος οδηγός στις αποφάσεις του ήταν ο θείος φωτισμός. Ο Βασίλειος διάβαζε το Θείο θέλημα σε κάθε περίπτωση με αποτέλεσμα να μην χρειάζονται ιδιαίτερες προσπάθειες για να πείσει τους ανθρώπους στο τι πρέπει να πράξουν. Οι ίδιοι οι χριστιανοί αναγνώριζαν στα λόγια του το θέλημα του Θεού και με προθυμία προχωρούσαν στην εφαρμογή του.
 
Ο αγώνας του υπέρ της ορθοδοξίας.
Δύο είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αγώνα του υπέρ της ορθοδοξίας. Η οικουμενική του δράση και η τόλμη του απέναντι στην πολιτική εξουσία.
Ο Γρηγόριος εξυμνεί τον Βασίλειο για την μέριμνα του υπέρ της εκκλησίας και την οδύνη του για τα δεινά της. Μια οδύνη την οποία είχε βιώσει και ο ίδιος ο Γρηγόριος και που τον οδήγησε το 379 να εγκαταλείψει την ησυχία του ασκητηρίου του και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Η επικράτηση της αρειανικής αίρεσης έπληττε θανάσιμα το σώμα της εκκλησίας. Η μητρική αγάπη τους προς αυτήν, τους οδήγησε στο να αναλάβουν δράση και να μην αρκεστούν μόνο στις δεήσεις. Και οι δύο είχαν αναπτύξει τις ικανότητές τους και είχαν προετοιμαστεί για την ύψιστη αυτή αποστολή: την υπεράσπιση του Τριαδικού δόγματος από την θέση του επισκόπου. Ο Γρηγόριος περιγράφει με πολύ ζωντανό τρόπο την εσωτερική οδύνη του Βασιλείου για τα δεινά της εκκλησίας, μια περιγραφή αποκάλυψη για το ζήλο που επιδεικνύουν οι άγιοι για το σώμα της εκκλησίας.
 
Το δεύτερο αξιοθαύμαστο χαρακτηριστικό του Βασιλείου είναι η παρρησία του απέναντι στην πολιτική εξουσία, που φανερώνει το μαρτυρικό του φρόνημα. Στις πιέσεις του αντιπροσώπου του αυτοκράτορα, ο Βασίλειος επιδεικνύει αγέρωχο φρόνημα. Του τονίζει ότι η μόνη εξουσία που έχει είναι πάνω στο σώμα του. Του υπογραμμίζει ότι η εξουσία αυτή, στην περίπτωση που τον οδηγήσει στον θάνατο, θα αποτελέσει για τον ίδιο ευεργεσία, και όχι τιμωρία. Ο διάλογος μεταξύ του Βασιλείου και του αντιπροσώπου του αυτοκράτορα που καταγράφει ο Γρηγόριος αναδεικνύει την πνευματική ελευθερία του ανθρώπου από κάθε τι το γήινο. Ο αντιπρόσωπος τότε εξέφρασε την έκπληξή του για την τολμηρή συμπεριφορά του Βασιλείου και επισημαίνει ότι δεν είχε συναντήσει παρόμοια από άλλον επίσκοπο,. Άλλωστε και ο ίδιος ο βασιλέας έμεινε έκθαμβος στην επιβλητική αρετή του Βασιλείου.
 
Οι θεολογικές του απόψεις.
Ο Μ. Βασίλειος, στον αγώνα του για την καταπολέμηση των αιρέσεων, κληροδότησε την εκκλησία με δογματικά κείμενα που εκφράζουν την αλήθεια για το Τριαδικό δόγμα. Ο Αγ. Γρηγόριος κάνει ιδιαίτερη μνεία για το πώς ο Βασίλειος διαχειρίστηκε το ζήτημα του Αγίου Πνεύματος. Ο Βασίλειος κατηγορήθηκε διότι στην διδασκαλία του για το Άγιο Πνεύμα δεν το ονόμαζε Θεό. Ο Γρηγόριος ερμηνεύει και θαυμάζει τον τρόπο που ο Βασίλειος χειρίστηκε το όλο ζήτημα. Η στάση του Βασιλείου στο ζήτημα του Αγίου Πνεύματος συνδυάζει την βαθειά θεολογική του κατάρτιση με την ποιμαντική του ευαισθησία. Μπορούσε να εκφράζει με διαφορετικό τρόπο την ίδια σωτηριώδη αλήθεια και να την προσφέρει στους πιστούς, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να δεχθούν ξεκάθαρα την αλήθεια. Ο Βασίλειος δεν τους απορρίπτει αλλά προσπαθεί με την συστράτευση των πολλών να διαλύσει τις αιρετικές δοξασίες. Για τον λόγο αυτό δεν ερεθίζει όσους έχουν μια κακή στάση απέναντι στην ονομασία του Αγίου Πνεύματος με την λέξη Θεός. Αντιθέτως, έχοντας γνώση του σάλου που ακολούθησε στην εκκλησία από την λέξη ομοούσιος, περιγράφει την θεότητα του Αγίου Πνεύματος με περιφραστικό τρόπο. Η αληθινή του αγάπη πρωτίστως προς τον άνθρωπο του υποδεικνύει αυτήν την συμπεριφορά. Έχοντας γνώση της ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου βρίσκει τον κατάλληλο τρόπο ώστε να προσανατολίσει το θέμα στην ουσία του, και όχι στον τρόπο εκφράσεως. Το παράδειγμά του Βασιλείου, ακολούθησε και η Β΄ Οικουμενική σύνοδος, η οποία στη προσθήκη που έκανε στο σύμβολο της Νικαίας όσον αφορά την διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος δεν αναφέρει την λέξη Θεός, αλλά την εκφράζει με πλάγιο τρόπο. Ο Γρηγόριος όχι μόνο υπερασπίζεται την ορθοδοξία του Βασιλείου αλλά και στέκεται μπροστά του με θαυμασμό για το θάρρος του. Θάρρος το οποίο δέχθηκε να κατηγορηθεί ο ίδιος ενώ για τους φίλους του (τον ίδιο τον Γρηγόριο) πρότεινε τον ευθύ χαρακτηρισμό του Αγίου Πνεύματος ως Θεού, ώστε να μην κατηγορηθεί.
Τώρα είναι η σειρά του Γρηγορίου να τον υπερασπίσει ταυτίζοντας την δική του διδασκαλία με του Βασιλείου ώστε να μην μείνει καμιά υπόνοια για την πίστη του στην θεότητα του Αγίου Πνεύματος.
Όμως ο Μ. Βασίλειος ήταν καθολική προσωπικότητα. Η θεολογία του δεν περιορίστηκε μόνο στα δογματικά ζητήματα, αλλά περιέλαβε και τον μοναχισμό. Με τις θεολογικές του απόψεις περί μοναχισμού, έτσι όπως εκφράσθηκαν μέσα από τα συγγράμματά του, πραγματοποιήθηκε μια βαθειά δομική αλλαγή στην λειτουργία του μοναχικού ιδεώδους. Μέχρι τότε ο μοναχισμός συνδεόνταν με μια εσωστρεφή τάση που τον απέκοπτε από την κοινωνία. Ο Βασίλειος, ως αυθεντικός φορέας του αγιοπνευματικού φωτισμού, ενώνει τον μοναχισμό με την κορωνίδα των αρετών, την αγάπη. Ενώνει τον φιλοσοφικό βίο με τον κοινωνικό. Συνδέει την προσωπική κάθαρση με την τελείωση, που είναι η αγάπη του πλησίον.
 
Επίσης συνέδεσε την θεωρία, ως μυστική ένωση και διερεύνηση στα βάθη του Πνεύματος, και την ηθική ζωή. Κατά αυτόν τον τρόπο ούτε ο πιστός κλείνεται στον εαυτό του αλλά ούτε και η φιλανθρωπική του δραστηριότητα παραμένει χωρίς βαθειές ρίζες. Η πράξη ενώνεται άρρηκτα με την θεωρία, αφού τα κίνητρα είναι αυτά που καθορίζουν την ποιότητα της αρετής. Με αυτόν τον τρόπο ύψωσε τους ανθρώπους από τα γήινα, τους συνέδεσε με τα επουράνια, προκάλεσε την πνευματική τους αναγέννηση.
 
Ο Μ. Βασίλειος ήταν ένας ήλιος που φώτιζε ολόκληρη την οικουμένη, την ζέσταινε και την ζωογονούσε με τα λόγια του. Είχε η αρετή του το κάλλος του ηλίου, η θεολογία το μέγεθος του, η του λόγου δύναμη την διασπορά των ακτίνων του. «Εἰς πάσαν τὴν γὴν ἐξῆλθε ὁ φθόγγος αὐτοῦ, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτοῦ». Η φράση αυτή με την οποία αρχίζει το απολυτίκιο του, είναι παρμένη από αυτό ακριβώς το σημείο του λόγου. Και η διδασκαλία του Βασιλείου, ενώ είναι η ίδια ανά τους αιώνες αποκάλυψη του πνεύματος, ήταν ανανεωτική, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του ποιμνίου. Ήταν εκπεφρασμένη με ιδιαίτερα δυναμικό και ανανεωτικό τρόπο, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε ότι έχει γραφτεί μέχρι τώρα να παραθεωρούνται. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή από τον Άγ. Γρηγόριο για το πόσο οφελείται και μυσταγωγείται ο ίδιος όταν διαβάζει του λόγους του Βασιλείου εις την εξαήμερο.
 
H λάμψη του σε σχέση με βιβλικά πρόσωπα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον επιτάφιο λόγο του Αγ. Γρηγορίου παρουσιάζει το κομμάτι εκείνο που συγκρίνει τον Μ. Βασίλειο με βιβλικά πρόσωπα. Ο Γρηγόριος σε ένα λογοτεχνικό-ρητορικό ξέσπασμα περιγράφει με αξεπέραστη εκφραστική δύναμη την προσωπικότητα του Μ.Βασιλείου και συγκρίνει τις επιμέρους αρετές του με τις αρετές των προγενέστερων βιβλικών προσώπων. Και όταν αναφέρεται σε πρόσωπα της Π. Διαθήκης προβάλλει την ανωτερότητα του Βασιλείου. Ενώ για πρόσωπα της Καινής Διαθήκης υπογραμμίζει την ισάξια μίμησή τους.
Τονίζει την ανωτερότητα του Βασιλείου σε σχέση με τον Αδάμ αφού ο Βασίλειος κατάφερε να νικήσει το δέντρο της γνώσεως. Και την γνώση είχε, αλλά και του παραδείσου δεν εξέπεσε. Όχι μόνο ήλπισε στον Θεό όπως ο Ενώχ αλλά και κήρυξε αυτήν την ελπίδα. Και αν ο Ενώχ μετατέθηκε στο τέλος της ζωής του, στον Βασίλειο ολόκληρη η ζωή του ήταν μια μετάθεση. Ο Νώε διέφυγε τον κατακλυσμό των υδάτων και έσωσε την ανθρωπότητα, ο Βασίλειος τον κατακλυσμό της αίρεσης και έσωσε την εκκλησία. Ο Αβραάμ δέχθηκε να θυσιάσει τον Ισαάκ, ο Βασίλειος εκούσια προσήγαγε τον εαυτό του. Ο Ιακώβ είδε την κλίμακα και πάλαιψε με τον Θεό, ο Βασίλειος την ανέβηκε και πάλαιψε υπέρ του Θεού για την πίστη της εκκλησίας. Ο Γρηγόριος επαινεί τον Ιωσήφ που έθρεψε σωματικώς τον Ισραήλ, αλλά και τον Βασίλειο που έθρεψε και πνευματικώς την εκκλησία. Μιμήθηκε τον Ιωβ στην υπομονή, όπως και ο Μωυσής οδήγησε τον λαό του Θεού, όπως ο Ααρών εισήλθε στα Άγια των Αγίων. Όμως όχι μόνο μία φορά τον χρόνο, αλλά συνεχώς. Στην σκηνή αυτή ανακάλυψε την Τριάδα και κάθαρε τα αμαρτήματα του λαού όχι με πρόσκαιρα ραντίσματα, αλλά με αΐδια αγνίσματα. Δεν υπολείπεται από τους Κριτές, τον Σαμουήλ, τον Δαυίδ. Η βασίλισσα του νότου ήλθε προς συνάντηση της σοφίας του Σολωμόντος, ενώ την δική του σοφία την γνώρισε ολόκληρη η οικουμένη. Επαινείται ο Ηλίας διότι αρπάχθηκε από άρμα πυρός και ο Ελισσαίος για την μηλωτή του Ηλία. Πρέπει να επαινείται και ο Βασίλειος για την μέσα στο πυρ των πειρασμών ζωή του και την εξ ύψους μηλωτή, την ασαρκία. Ζήλωσε την καρτερία των τριών παίδων, του Ιωνά, του Δανιήλ, την άθληση των Μακκαβαίων.
 
Αυτές είναι οι συγκρίσεις που κάνει με τα πρόσωπα της Π. Διαθήκης. Όμως συνεχίζει και με τα της Νέας, με τον Πρόδρομο Ιωάννη και τους Αποστόλους. Αλλά για να μην φανεί υπέρμετρα τολμηρός παρουσιάζει τον Βασίλειο ως ζηλωτή και μιμητή τους, κάτι το οποίο όχι μόνο δεν είναι μεμπτό αλλά αντιθέτως αξιέπαινο. Και ο Βασίλειος όπως ο Πρόδρομος ασκήθηκε στην έρημο, έγινε κήρυκας του Χριστού και ήταν και αυτός στο μέσο δύο άλλων Διαθηκών, μεταξύ του γράμματος και του πνεύματος. Κατέλυσε το γράμμα- δηλαδή τα εξωτερικά- και φανέρωσε τα του πνεύματος. Μιμήθηκε τον ζήλο του Πέτρου, την δύναμη του Παύλου, του Ιωάννη το μεγαλόφωνο, των υπολοίπων μαθητών το ευτελές. Και για αυτό του εμπιστεύθηκε ο Θεός τα κλειδιά της οικουμένης, την βροντή της θεολογίας (που ναι μεν δεν ονομάστηκε υιός της αλλά έγινε όμως). Και σκύψας νοητώς στον κόλπο του Χριστού δέχθηκε και αυτός τα βάθη της θεολογίας.
 
Επίλογος.
Ο Γρηγόριος κλείνει τον λόγο του ανακεφαλαιώνοντας όλα όσα είχε αναφέρει. Καταγράφει ενδεικτικά τον ρόλο που είχε ο Βασίλειος για κάθε άνθρωπο, για κάθε στιγμή της πνευματικής ζωής του, για κάθε στάδιο του αγώνα του. Έγινε Τὰ πάντα τοῖς πᾶσι . Έφθασε στην κορυφή των αρετών και το μέγεθος της πνευματικής τελειότητάς του καθρεπτίζεται στην κενωτική του αγάπη στον συνάνθρωπο. Ο Βασίλειος υπήρξε πρότυπο αγιότητος. Συνδύαζε το πρότυπο αγιότητας του μάρτυρα, του μοναχού, του ποιμένα. Για την ακρίβεια ομοιώθηκε με το πρότυπο αγιότητας του Χριστού, όσον είναι δυνατόν σε άνθρωπο. Κάθε δρόμος που οδηγεί στην σωτηρία του ανθρώπου μπορεί να έχει διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης, που πολλές φορές οφείλεται σε ιστορικές συγκυρίες, αλλά το πρότυπο αγιότητας παραμένει πάντοτε ένα και αξεπέραστο. Είναι το πρότυπο του Χριστού. Του Χριστού που κενώθηκε και με την ζωή και τη σταύρωσή του φανέρωσε στους ανθρώπους την ζωή της θεότητας. Σε αυτήν λοιπόν την επαγγελία, η οποία απευθύνεται σε όλους και σε κάθε ιστορική εποχή, έφθασε ο Βασίλειος. Σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό και όλοι οι άγιοι. Ο Βασίλειος όμως είχε και ένα μεγάλο προνόμιο. Ένα φίλο με τόσο δυνατή εκφραστική δύναμη και ταυτότητα ζωής που κατέγραψε αυτήν την μεγαλειώδη πορεία του. Αυτός ήταν ο εγκωμιαστικός λόγος της ευφημίας του Βασιλείου, κάτι το οποίο δεν αξιώθηκε ο ίδιος ο Γρηγόριος και προφητικά επεσήμανε στο τέλος του λόγου του. «Ἡμᾶς δὲ τίς ἐπαινέσεται μετὰ σὲ τὸν βίον ἀπολείποντας;»

© 2013, Δημήτριος Γ. Πορπατωνέλης

Σειρά «Θεολογία στον κόσμο»
  1. βιβλίο: «Θεός και άνθρωπος στον Χριστό» Κυρίλλου Αλεξανδρείας «Ότι Εις ο Χριστός»
  2. βιβλίο: «Ο Επιτάφιος στον Μ. Βασίλειο» Γρηγορίου Θεολόγου

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

Ὁμιλία περί πίστεως

  Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου
 Ὁμιλία περί πίστεως1
1. Διά τήν φιλόθεον ψυχήν, τό νά ἐνθυμῆται συνεχῶς τόν Θεόν εἶναι πρᾶγμα εὐσεβές καί πού δέν ἔχει κόρον. Διά τῶν λόγων ὅμως εἶναι πρᾶγμα τολμηρόν νά περιγράψῃ αὐτά πού ἔχουν σχέσιν μέ τόν Θεόν. Διότι ἡ διάνοια πέφτει πολύ ἔξω ἀπό τήν ἀξίαν τῶν πραγμάτων καί ὁ λόγος ἐπίσης παρουσιάζει μέ ἀσάφειαν αὐτά πού ἔχουν κατανοηθῆ. Ἐάν λοιπόν ἡ διάνοιά μας ὑπολείπεται πάρα πολύ ἀπό τό μέγεθος τῶν πραγμάτων, ὁ δέ λόγος εἶναι κατώτερος καί ἀπό τήν ἰδίαν τήν διάνοιαν, πῶς δέν εἶναι ἀναγκαία ἡ σιωπή διά νά μή νομισθῇ ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς κατωτερότητος τῶν λόγων διατρέχει κίνδυνον τό θαῦμα τῆς θεολογίας; Εἰς ὅλα τά λογικά ὄντα λοιπόν ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα τούς ἡ ἐπιθυμία νά δοξάζουν τόν Θεόν, ὅλοι ὅμως ἐξ ἴσου ὑστεροῦν εἰς τό νά ὁμιλήσουν ἐπαξίως διά τόν Θεόν. Καί ἀκόμη ὁ ἕνας διαφέρει ἀπό τόν ἄλλον ὡς πρός τόν πόθον τῆς εὐσεβείας.
Κανείς ὅμως δέν ἔχει σκοτισθῆ τόσον καί δέν ἐξαπατᾷ τόν ἑαυτόν του, ὥστε νά νομίζῃ ὅτι ἔχει φθάσει εἰς τό ἀκρότατον σημεῖον τῆς κατανοήσεως. Ἀλλά ὅσον καί ἄν φανῇ ὅτι προκόπτει εἰς τήν γνῶσιν, τόσον περισσότερον αἰσθάνεται τήν ἀδυναμίαν. Τέτοιος ὑπῆρξεν ὁ Ἀβραάμ! Τέτοιος ὑπῆρξεν ὁ Μωϋσῆς! Ὅταν ἠμπόρεσαν νά ἰδοῦν τόν Θεόν, ὅσον ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τόν ἰδῇ, τότε ὁ καθένας περισσότερον ἐταπείνωνε τόν ἑαυτόν του. Ὁ Ἀβραάμ ὠνόμαζε τόν ἑαυτόν του «γῆν καί σποδόν»2 καί ὁ Μωϋσῆς ἔλεγεν «εἶμαι ἀδύνατος εἰς τήν φωνήν καί τραυλός»3. Διότι ἔβλεπε τήν ἀδυναμίαν τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία δέν ἠμποροῦσε νά τόν ἐξυπηρετήσῃ εἰς τά μεγάλα νοήματα. Πλήν ὅμως ἐπειδή κάθε αὐτί εἶναι ἀνοικτόν τώρα διά νά ἀκούσῃ θεολογικήν διδασκαλίαν καί δέν ὑπάρχει κόρος διά τέτοια ἀκούσματα εἰς τήν συνάθροισιν, πού ἐπιβεβαιώνει τόν λόγον τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ ὅτι «τό αὐτί δέν γεμίζει μέ τό νά ἀκούῃ»4, εἶναι ἀνάγκη νά ὁμιλήσωμεν, ὅσον ἠμποροῦμεν. Θά εἴπωμεν δέ ὄχι ὅσος εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά ὅσον ἠμποροῦμεν ἡμεῖς. Διότι οὔτε, ἐπειδή ἀδυνατοῦμεν νά διαπεράσωμεν μέ τά μάτια μας τό διάστημα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, παραιτούμεθα κιόλας καί ἀπό τό νά παρατηροῦμεν ὅσον ἠμποροῦμεν. Ἔτσι καί τώρα μέ ταπεινά λόγια θά ἐκπληρώσωμεν τό χρέος πρός τήν εὐσέβειαν καί θά ἐπιτρέψωμεν εἰς τό μεγαλεῖον τῆς φύσεως νά ἔχῃ τό προβάδισμα τῆς νίκης ἔναντι κάθε λόγου. Διότι οὔτε αἱ γλῶσσαι τῶν ἀγγέλων, ὁποῖαι καί ἄν εἶναι, οὔτε αὐταί τῶν ἀρχαγγέλων, ἀφοῦ συνενωθοῦν μαζί μέ ὁλόκληρον τήν λογικήν φύσιν, θά ἠμπορέσουν νά φθάσουν εἰς τό ἐλάχιστον μέρος, ἐκτός ἐάν ἐξισωθοῦν μέ τό ὅλον. Ἐσύ ὅμως ἐάν ἐπιθυμῇς νά λέγῃς ἤ νά ἀκούῃς κάτι διά τόν Θεόν, νά ἐγκαταλείψῃς τό σῶμά σου, νά ἀφήσῃς τάς σωματικάς αἰσθήσεις, νά ἐγκαταλείψῃς τήν γῆν, νά ἐγκαταλείψῃς τήν θάλασσαν, νά πετάξῃς ἐπάνω ἀπό τόν ἀέρα, νά περιφρονήσῃς τάς ἐποχάς καί τήν εὐταξίαν τῶν καιρῶν, τόν διάκοσμον τῆς γῆς, νά εὑρεθῇς ἐπάνω ἀπό τούς αἰθέρας, νά διαβῇς τά ἄστρα, τά θαυμαστά γύρω ἀπό αὐτά, τήν εὐπρέπειάν των, τάς διαστάσεις των, καί τό τί χρειάζονται εἰς τό σύμπαν· τήν εὐταξίαν, τήν λαμπρότητα, τήν θέσιν, τήν κίνησιν καί ποῖαι εἶναι αἱ μεταξύ των σχέσεις ἤ ἀποστάσεις. Ὅλα αὐτά ἀφοῦ τά διαβῇς μέ τήν λογικήν, ἀφοῦ ὑπερβῇς τόν οὐρανόν καί εὑρεθῇς ἐπάνω ἀπό αὐτόν, νά παρατηρήσῃς μέ μόνην τήν διάνοιαν τά κάλλη πού ὑπάρχουν ἐκεῖ· τάς ἐπουρανίους δυνάμεις, τάς χοροστασίας τῶν ἀγγέλων, τάς ἐπιστασίας τῶν ἀρχαγγέλων, τήν δόξαν τῶν κυριοτήτων, τά προεδρεῖα τῶν θρόνων, τάς δυνάμεις, τάς ἀρχάς καί τάς ἐξουσίας. Ἀφοῦ διατρέξῃς τά σύμπαντα καί μέ τούς λογισμούς σου ἀνατείλῃς ἐπάνω ἀπό ὅλην τήν κτίσιν καί ἀνυψώσῃς τόν νοῦν σου πέραν ἀπό αὐτά, νά ἐννοήσῃς τήν θείαν φύσιν· σταθεράν, ἄτρεπτον, ἀναλλοίωτον, ἀπαθῆ, ἁπλῆν, ἀσύνθετον, ἀδιαίρετον, φῶς ἀπλησίαστον5, δύναμιν ἀπερίγραπτον, μέγεθος ἀπεριόριστον, δόξαν πού ὑπεραστράπτει, ἀγαθότητα ἀξιοπόθητον, ὀμορφιάν ἀνυπέρβλητον καί πού προσβάλλει μέν σφοδρά τήν πληγωμένην ψυχήν, ἀλλά δέν ἠμπορεῖ διά τοῦ λόγου νά ἐκφρασθῇ ἐπαξίως.

2. Ἔκεῖ ὑπάρχουν ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ἀδημιούργητος φύσις, τό ἀξίωμα τοῦ Δεσπότου, ἡ φυσική ἀγαθότης. Ὁ Πατήρ εἶναι ἡ ἀρχή τῶν ὅλων. Εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεων τῶν ὄντων. Εἶναι ἡ ρίζα τῶν ζωντανῶν ὑπάρξεων. Εἶναι αὐτός ἀπό ὅπου προῆλθεν ἡ πηγή τῆς ζωῆς, ἡ σοφία, ἡ δύναμις, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών τοῦ ἀοράτου Θεοῦ6, πού εἶναι ὁ Υἱός, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἀπό τόν Πατέρα, ὁ ζωντανός Λόγος, πού εἶναι Θεός καί ὁ ὁποῖος εἶναι κοντά εἰς τόν Θεόν7. Αὐτός ὑπῆρχε, δέν προσετέθη. Ὑπῆρχε πρίν ἀπ᾿ ὅλους τούς αἰῶνας. Δέν ἀπεκτήθη ἐπί πλέον ὕστερα. Εἶναι Υἱός, δέν εἶναι ἀπόκτημα. Εἶναι ποιητής, δέν εἶναι ποίημα. Εἶναι κτίστης, δέν εἶναι κτίσμα. Εἶναι ὅλα ὅσα εἶναι καί ὁ Πατήρ του. Εἶπα· Υἱός καί Πατήρ. Παρακαλῶ νά φυλάσσῃς αὐτάς τάς ἰδιότητας. Ἐνῷ παραμένει κατά τήν ὕπαρξιν του Υἱός, εἶναι ὅλα ὅσα καί ὁ Πατήρ, σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου πού εἶπεν· «ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας μου, εἶναι ἰδικά μου»8. Πράγματι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν εἰς τήν πρωτότυπον μορφήν εἶναι τῆς εἰκόνος. Διότι «εἴδαμεν», λέγει ὁ εὐαγγελιστής, «τήν δόξαν του, μίαν δόξαν πού ἔχει ἕνας μονογενής Υἱός ἀπό τόν πατέρα του»9. Δηλαδή, τά θαύματα πού τοῦ ἐδόθησαν δέν προέρχονται ἀπό δωρεάν καί χάρισμα, ἀλλά ἀπό τήν φυσικήν κοινωνίαν τοῦ Υἱοῦ πού ἔχει τό ἀξίωμα τῆς πατρικῆς θεότητος. Διότι τό νά λάβῃς εἶναι κοινόν γνώρισμα καί εἰς αὐτήν τήν κτίσιν, τό νά ἔχῃς ὅμως ἀπό τήν φύσιν εἶναι γνώρισμα αὐτοῦ ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη. Σάν Υἱός λοιπόν φυσικά ἔχει αὐτά πού εἶναι τοῦ Πατρός. Σάν μονογενής ὅμως ἔχει ὅλα γενικῶς εἰς τόν ἑαυτόν του, χωρίς νά μοιράζεται τίποτε μέ κάποιον ἄλλον. Ἀπό τήν ἴδίαν λοιπόν τήν ὀνομασίαν τοῦ Υἱοῦ διδασκόμεθα, ὅτι κοινωνεῖ μέ τήν πατρικήν φύσιν. Δέν ἔχει κτισθῆ κατόπιν προσταγῆς, ἀλλά ἀπό τήν οὐσίαν χωρίς διάλειμμα ἐξέλαμψεν. Εἶναι ἡνωμένος μαζί μέ τόν Πατέρα αἰωνίως· ἴσος εἰς ἀγαθότητα, ἴσος εἰς δύναμιν, καί κοινωνός τῆς δόξης τοῦ Πατρός. Διότι, μέ τό νά δεικνύῃ εἰς τόν ἑαυτόν ὁλόκληρον τόν Πατέρα, τί ἄλλο εἶναι παρά σφραγίς καί εἰκών; Ὅσα δέ σοῦ λέγει μετά ταῦτα διά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἀναφερόμενος εἰς τήν οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, τήν ὁποίαν ἐπετέλεσεν ἀφοῦ ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς σαρκικά, μέ τό νά λέγῃ δηλαδή ὅτι ἀποστέλλεται καί τίποτε δέν ἠμπορεῖ ἀπό μόνος του νά κάμῃ καί ὅτι ἔλαβεν ἐντολή καί ἄλλα παρόμοια, νά μή σοῦ δώσουν ἀφορμάς διά νά ἐλαττώσῃς τήν θεότητα τοῦ Μονογενοῦς. Διότι ἡ συγκατάβασις πρός τήν ἰδικήν σου ἀδυναμίαν δέν πρέπει νά γίνῃ ἐλάττωσις τῆς ἀξίας τοῦ δυνατοῦ. Νά ἐννοῇς λοιπόν τήν μέν φύσιν θεοπρεπῶς, τά δέ λόγια πού πού εἶναι κάπως ταπεινά νά τά δέχεσαι ὅπως ἁρμόζουν εἰς τήν οἰκονομίαν τῆς ἐνσαρκώσεως. Δι᾿ αὐτά ἐάν ἠθέλαμεν τώρα νά ὁμιλήσωμεν, θά κατέληγεν εἰς ἀπεραντολογίαν.

3. Ἀλλά ἄς ἐπανέλθωμεν εἰς τό προκείμενον θέμα. Ὅτι δηλαδή ἡ διάνοια ἡ ὁποία ἠμπόρεσε καί ἀπό τά ὑλικά πάθη νά καθαρισθῇ καί νά ἐγκαταλείψῃ ὁλόκληρον τήν νοητήν κτίσιν καί ὡσάν ἰχθύς νά ἀναδυθῇ ἀπό τά βάθη πρός τήν ἐπιφάνειαν, ἀφοῦ φθάσῃ εἰς τό καθαρόν ἀπό τήν κτίσιν μέρος, ἐκεῖ θά ἰδῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅπου εἶναι ὁ Υἱός, καί ὅπου εἶναι ὁ Πατήρ, νά τά ἔχῃ ὅλα καί αὐτό κατά τήν φύσιν οὐσιωδῶς ἡνωμένα, δηλαδή τήν ἀγαθότητα, τήν εὐθύτητα, τόν ἁγιασμόν, τήν ζωήν. Διότι, λέγει, «τό Πνεῦμά σου τό ἀγαθόν»10. Καί πάλιν «Πνεῦμα εὐθές»11, καί πάλιν «τό Πνεῦμα τό ἅγιον»12. Καί ὁ Ἀπόστολος λέγει, «ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς»13. Ἀπ᾿ αὐτά τίποτε τό ἐπίκτητον δέν ὑπάρχει εἰς αὐτό. Τίποτε δέν συνυπάρχει πού νά προσετέθη κατόπιν. Ἀλλ᾿ ὅπως ἡ θερμότης εἵναι ἀχώριστος ἀπό τήν φωτιάν καί ἡ λάμψις ἀπό τό φῶς, ἔτσι καί ὁ ἁγιασμός καί ἡ ζωοποιός δύναμις, ἡ ἀγαθότης καί ἡ εὐθύτης ἀπό τό Πνεῦμα. Ἐκεῖ λοιπόν στέκεται τό Πνεῦμα, ἐκεῖ εἰς τήν μακαρίαν φύσιν. Δέν ἀριθμεῖται μαζί μέ πολλά, ἀλλα εἰς τήν Τριάδα θεωρεῖται. Δέν ἐμπεριέχεται. Διότι ὅπως ὁ Πατήρ ἕνας, καί ὁ Υἱός ἕνας, ἔτσι ἕνα καί τό ἅγιον Πνεῦμα. Τά λειτουργικά ὅμως πνεύματα, καθένα τάγμα μᾶς ὑποδηλώνει πλῆθος πανάριθμον. Νά μή ζητᾷς λοιπόν εἰς τήν κτίσιν αὐτό πού εἵναι πέραν ἀπό τήν κτίσιν. Νά μή κατεβάζῃς αὐτό πού ἁγιάζει εἰς τήν θέσιν αὐτοῦ πού ἁγιάζεται. Αὐτό γεμίζει τούς ἀγγέλους, γεμίζει τούς ἀρχαγγέλους, ἁγιάζει τάς δυνάμεις, δίδει ζωήν εἰς τά σύμπαντα. Αὐτό μερίζεται εἰς ὁλόκληρον τήν κτίσιν καί κατά διάφορον τρόπον μετέχεται ἀπό τό καθένα, ἀλλά δέν ἐλαττώνεται ἀπ᾿ αὐτά πού μετέχουν. Εἰς ὅλα δίδει τήν χάριν του. Δέν καταναλίσκεται ὅμως εἰς αὐτούς πού μετέχουν, ἀλλά καί αὐτοί πού ἔχουν λάβει εἶναι γεμάτοι καί τό ἴδιον δέν εἶναι ἐλλιπές. Καί ὅπως ὁ ἥλιος πού ἀκτινοβολεῖ εἰς τά σώματα καί κατά ποικίλον τρόπον μετέχεται ἀπό αὐτά, χωρίς νά ἐλαττώνεται ἀπ᾿ αὐτά πού μετέχουν, ἔτσι καί τό Πνεῦμα δίδει εἰς ὅλα ἀπό τήν χάριν του χωρίς νά μειώνεται καί νά διασπᾶται. Ὅλους τούς φωτίζει, διά νά κατανοήσουν τόν Θεό. Ἐμπνέει τούς προφήτας, κάμνει σοφούς νομοθέτας, τελειοποιεῖ ἱερεῖς, ἐνισχύει βασιλεῖς, κάμνει δικαίους, σεμνύνει ἐγκρατεῖς, θεραπεύει, δίδει ζωήν εἰς τούς νεκρούς, ἐλευθερώνει τούς αἰχμαλώτους, κάμνει υἱούς αὐτούς πού ἔχουν ἀποξενωθῆ αὐτά τά ἐπιτελεῖ μέ τήν ἀναγέννησιν. Ἐάν παραλάβῃ τελώνην, ὁ ὁποῖος πιστεύει, τόν ἀναδεικνύει εὐαγγελιστήν14. Ἐάν ἔλθῃ εἰς ψαράν, τόν κάμνει θεολόγον15. Ἐάν συναντήσῃ διώκτην μετανοιωμένον, τόν καθιστᾷ ἀπόστολον τῶν ἐθνῶν, κήρυκα τῆς πίστεως, σκεῦος ἐκλεκτόν16. Μ᾿ αὐτό οἱ ἀδύνατοι γίνονται ἰσχυροί, οἱ πτωχοί γίνονται πλούσιοι, οἱ ἀγράμματοι γίνονται σοφώτεροι ἀπό τούς σοφούς. Ὁ Παῦλος ἄν καί ἦταν ἀδύναμος ἀλλά μέ τήν παρουσίαν τοῦ Πνεύματος, τά μανδήλια τοῦ σώματός του ἐθεράπευαν αὐτούς πού τά ἐδέχοντο17. Ὁ Πέτρος καί αὐτός ἄν καί περιεβάλλετο σῶμα ἀδύναμον, ἀλλά λόγῳ τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος πού κατοικοῦσε μέσα του ἡ σκιά πού ἔπιπτεν ἀπό τό σῶμά του ἀπεμάκρυνε τάς ἀσθενείας τῶν βασανιζομένων18, ἀλλά ἐδώριζαν ὑγείαν πού ἦταν πολυτιμοτέρα ἀπό πολλά χρυσᾶ νομίσματα. Διότι ὁ χωλός ἀφοῦ ἐπῆρε ἀπό πολλούς χρήματα, παρέμεινεν ἀκόμη ζητιάνος. Ὅταν ὅμως ἐδέχθη τήν χάριν ἀπό τόν Πέτρον, ἔπαυσε νά ζητιανεύῃ. Ἐπηδοῦσε σάν ἐλάφι καί ἐδόξαζε τόν Θεόν. Ὁ Ἰωάννης δέν ἐγνώριζε τήν κοσμικήν σοφίαν, ἀλλ᾿ εἶπε λόγια μέ τήν δύναμιν τοῦ Πνεύματος, πρός τά ὁποῖα καμμιά σοφία δέν ἠμπορεῖ νά παραβληθῇ. Αὐτό καί εἰς τόν οὐρανόν ὑπῆρξε καί τήν γῆν ἐπλήρωσε καί παντοῦ εἶναι παρόν καί πουθενά δέν περικλείεται. Ὁλόκληρον ἐνοικεῖ εἰς τόν καθένα καί ὁλόκληρον εἶναι μαζί μέ τόν Θεόν. Διακονεῖ τάς δωρεάς ὄχι κατά τρόπον ὑπηρετικόν, ἀλλά κατά τρόπον αὐθεντικόν διανέμει τά χαρίσματα. Διότι «μοιράζει εἰς τόν καθένα, λέγει, ὅπως αὐτό θέλει»19. Ἀποστέλλεται κατ᾿ οἰκονομίαν, ἀλλά δρᾷ αὐτεξουσίως. Ἄς εὐχηθοῦμεν αὐτό νά παρευρίσκεται εἰς τάς ψυχάς μας καί νά μή μᾶς ἐγκαταλείψῃ ποτέ μέ τήν χάριν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα καί ἡ δύναμις εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!!!

Ἀπό τό βιβλίο: “ΟΜΙΛΙΕΣ”,  Ἐκδόσεις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

  1. Ἀπό τόν τόμον 7 τῶν ἔργων τοῦ Μεγάλου Βασιλείου τῶν ἐκδόσεων «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ», Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 29-41, μόνο τήν ἑρμηνεία.
  2. Γεν. 18:27
  3. Ἔξοδ. 4:10
  4. Ἐκκλησ. 1:8
  5. Α΄ Τιμ. στ΄:16
  6. Κολσ. Α΄:15
  7. Ἰωάν. Α΄:2
  8. Ἰωάν. Ιστ΄:15
  9. Α΄:14
  10. Ψαλμ. 142:10
  11. Ψαλμ. 50:12
  12. Ψαλμ. 50:13
  13. Ρωμ. Η΄:2
  14. Ματθ. Θ΄:9
  15. Ματθ. Δ΄:19
  16. Πράξ. Θ΄:15
  17. Θ΄:19, 12
  18. Πράξ. Γ΄: 6
  19. Β΄: Κορ. Ιβ΄:11
 Πηγή

Δημοφιλή

Επιλογή

Προσευχή για τους εχθρούς και τους φίλους - Oratio pro inimicis et amicis

̓ Ανεξίκακε βασιλεῦ καὶ ἀίδιε, ὁ διὰ τὴν ἐκ ξύλου κατάκρισιν ἐπὶ ξύλου ἀρθεὶς, καὶ τοῖς ἀκολουθεῖν σου τοῖς ἴχνεσιν αἱρουμένοις μακροθυ...